Του LEVAL

Να ‘μαστε πάλι εδώ στο νησί μας.

Μετά από δύο ακυρώσεις ταξιδιών το Πάσχα λόγω κακής γρίπης ξαναβρέθηκα τον Ιούνιο στον χώρο που γεννήθηκα και μεγάλωσα. Συνάντησα φίλους και γνωστούς, ξεχασμένες φυσιογνωμίες και ονόματα. Ανταμώναμε στις παραλίες και την αγορά και σκαλίζαμε τα παλιά. Μετά από μερικές τέτοιες συναντήσεις συνειδητοποίησα ότι ερχόταν συχνά η κουβέντα για τον πατέρα μου. Στην αρχή παραξενεύτηκα αλλά μετά κατάλαβα ότι ήταν φυσικό: Στον τόπο αυτό ήταν κατ’ εξοχήν που μου είχε λείψει η παρουσία του αφού ήταν ναυτικός και τον έβλεπα σπάνια. Μια φορά τον είχα συνοδεύσει στο λιμάνι της Χώρας όπου έφευγε για το επόμενο μπάρκο και καθώς έβλεπα τα απόνερα του «Μοσχάνθη» να σβήνουν στη θάλασσα σφηνώθηκε στο μυαλό μου μια σκληρή ερώτηση:

«Άραγε πότε θα τον ξαναδώ;» Και τότε ένοιωσα ένα κόμπο στο λαιμό μου…

Όμως η παρουσία του γέμιζε το σπίτι με τις μαστοριές του και τις επισκευές που πάντα χρειάζεται ένα σπίτι.

-Όταν φύγω εγώ θα ρημάξει το σπίτι, συνήθιζε να λέει.

-Μη σε νοιάζει πατέρα, θα τα αναλάβω εγώ, του έλεγα.

-Τι θα αναλάβεις; Εσύ είσαι ένας αδέξιος, μου’ λεγε και ξανάλεγε.

Ευτυχώς εκεί τον διέψευσα. Η εμπειρία που απέκτησα βλέποντας τον και η συνεχής εξάσκηση μου στην πράξη σαν μηχανικός έγιναν αιτία να πιάνουν και τα δικά μου χέρια στις μαστοριές.

Κάποτε με τα επιδέξια χέρια του και με ένα κοφτερό σουγιά σκάλισε και μου έφτιαξε μια ξύλινη καραμπίνα. Και όσο εγώ τον έβλεπα να την σκαλίζει καμάρωνα μέσα μου για την σκέψη του: «Αυτό το φτιάχνω για τον γιο μου»

Μια άλλη φορά όταν ήμουν μικρός, βλέποντας το καλό του στυλό PARKER που του είχα αδυναμία είπα:

-Όταν πεθάνει ο πατέρας μου θα του πάρω το στυλό του.

-Παλιόπαιδο τι λόγια είναι αυτά; Με μάλωσε η μητέρα μου.

Αυτό το στυλό όμως είχε και συνέχεια. Σε ένα από τα ταξίδια του, περνώντας από την διώρυγα του Παναμά, το στυλό χάθηκε κι εκείνος στενοχωρήθηκε. Όμως μετά από μερικούς μήνες, ξαναπερνώντας από τον Παναμά, φανταστείτε την έκπληξη αλλά και τη χαρά του όταν ένας υπάλληλος της διώρυγας του είπε:

-Καπετάνιε, βάζετε εδώ μια υπογραφή παρακαλώ; Και του έδωσε το PARKER του για να υπογράψει. Έτσι ξαναβρήκε το στυλό του.

Ήταν πολύ τυχερός ο πατέρας μου. Συχνά έβρισκε χάμω διάφορα πράγματα, όπως κέρματα και άλλα αντικείμενα. Κάποτε είχε βρει ένα ρολόι και το έδωσε στον γιο μου, εκείνος το κράτησε για λίγο και ύστερα πέρασε στα χέρια μου σαν ενθύμιο από τον πατέρα μου.

Όσο πέρναγαν τα χρόνια μεγάλωναν οι ανησυχίες του για τη ζωή.

-Εγώ θα πάω σαν το σκυλί στο αμπέλι. Άλλοτε πάλι έλεγε:

– Όποιου του μέλει να πνιγεί ποτέ του δεν πεθαίνει.

Κάποια στιγμή ήρθε η ώρα. Εκεί που καθόμαστε ένα βράδυ στο φοιτητικό μου δωμάτιο γύρισε και μου είπε:

-Εσύ τώρα να κοιτάξεις τις υποχρεώσεις σου. Και μετά πήγε να κοιμηθεί τον Μεγάλο Ύπνο. Αυτά ήταν τα τελευταία του λόγια που χαράχτηκαν για πάντα βαθιά στο μυαλό μου και στις πράξεις μου.

Το φοβερότερο απ’ όλα όμως ήταν το ρολόι που είχε βρει και χαρίσει στον γιο μου. Το ίδιο βράδυ τελείωσε η μπαταρία του και σταμάτησε να δουλεύει. Την άλλη μέρα του άλλαξα μπαταρία και εξακολούθησα να το φοράω για πολλά χρόνια.

Αγαπημένε μας πατέρα, θα ζεις για πάντα στις καρδιές μας.

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.