Η ζωή του Λάμπρου Ορφανού (1916 – 1995).

Λάμπρος Ορφανός: Ελαιόδενδρα 1945-1960, Ακουαρέλλα

Μπορεί ο Κικέρων να ισχυριζόταν πως “η ψυχή όλων των πραγμάτων ή των πολέμων είναι το χρήμα” και να θεωρήθηκε αφοριστικός, η πράξη όμως ήρθε πολλές φορές να τον δικαιώσει. Μπορεί η τέχνη να ενυπάρχει στα χρήματα; Σαφέστατα. Μόνο που ελάχιστοι από εμάς το αντιλαμβάνονται στην καθημερινότητα. Ο φίλος του νησιού μας, Μίνως Ορφανός μας συστήνει τον πατέρα του, τον άνθρωπο πίσω από τα ελληνικά τραπεζογραμμάτια, εξαιρετικά μορφωμένο, πραγματικά ταπεινό, αληθινά καλλιτέχνη. Και η εφημερίδα δεν είναι φειδωλή στην παρουσίαση αυτή, όχι γιατί το θέμα αφορά στην Άνδρο, ούτε ακόμη γιατί ο Λάμπρος Ορφανός ήταν ένας πραγματικά μεγάλος χαράκτης. Με αφορμή τον κατάλογο που εικονίζεται παρακάτω και με δεδομένη την σοβαρότητα με την οποία αναφέρεται κανείς στην Τέχνη, η «Ανδριακή» αφιερώνει αυτό το δισέλιδο στη ζωή του μεγάλου Έλληνα, θεωρώντας πως με αυτό τον τρόπο «ξεπληρώνει» ένα χρέος. Το χρέος και την ευθύνη που έχουν τα έντυπα στην ελληνική Ιστορία.

«Το 1959 διοργανώνεται στο Παρίσι καθ’ υποδειξη του Κριστιαν Ζερβού με συνεργασία του Αγγελου Προκοπίου, στην Gallerie R. Creuze, έκθεση 23 σύγχρονων Ελλήνων καλλιτεχνών! Ο κατάλογος βρίσκεται στο Αρχείο του Δημήτρη Παπαγεωργόπουλου»

 

 

 

 

Ο Λάμπρος Ορφανός ήταν ένας καλλιτέχνης με  προσωπικότητα εντελώς  ξεχωριστή. Εξαιρετικά μορφωμένος, ήταν από τους ανθρώπους που όχι μόνο μιλούσε ελάχιστα για τον εαυτό του, αλλά αποθάρρυνε διακριτικά και κάθε προσπάθεια λεπτομερειακής καταγραφής των βιογραφικών του στοιχείων. Αντίθετα, συζητούσε με ευχαρίστηση θέματα, που αφορούσαν γενικά την τέχνη καθώς και τις προσωπικές του αναζητήσεις αναλύοντας με άνεση τα έργα του.

Ο Λάμπρος Ορφανός γεννήθηκε στην Αθήνα στις  26  Οκτωβρίου του 1916, μέσα στη δίνη του Α’  Παγκοσμίου Πολέμου. Πέθανε στην Αθήνα τον Ιούνιο του 1995. Από μικρός είχε δείξει μια έμφυτη προδιάθεση για ό,τι είχε σχέση με την τέχνη. Ένα τυχαίο περιστατικό, η επίσκεψή του σε μια έκθεση ζωγραφικής με το  μεγαλύτερο αδελφό του, στα πρώτα εφηβικά του χρόνια, υπήρξε καθοριστική για την ευαισθητοποίησή του και την ενεργοποίηση των καλλιτεχνικών του ενδιαφερόντων. Από τότε ο ελεύθερος χρόνος του ήταν αφιερωμένος στο σχέδιο και τη ζωγραφική με ό,τι μέσο διέθετε. Όλες οι οικονομίες του γίνονταν μολύβια, παστέλ, τέμπερες και χαρτιά. Και όσο ανακάλυπτε τη χαρά της δημιουργίας, τόσο το πάθος του για  την  τέχνη μεγάλωνε. Είχε πάρει πλέον την απόφαση του ν’ ακολουθήσει το δρόμο της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Η απόφασή του αυτή συνάντησε όμως μεγάλες αντιρρήσεις και εμπόδια από το οικογενειακό του περιβάλλον, που τον προόριζε για μια πιο θετική επαγγελματική καριέρα.

Παρ’ όλα αυτά, η θέληση του αποδείχτηκε ισχυρότερη και το 1936 εκθέτει για πρώτη φορά ως σπουδαστής του Προκαταρκτικού Τμήματος της Α.Σ.Κ.Τ. στον Παρνασσό,  με το Σύλλογο Σπουδαστών της Σχολής, τέσσερα έργα του. Το 1938 πέτυχε να εισαχθεί στα εργαστήρια της  ζωγραφικής, όπου σπούδασε αρχικά με δασκάλους τους Ουμβέρτο Αργυρό και Επαμ. Θωμόπουλο για τέσσερα χρόνια. Το 1943, αφού πήρε το πτυχίο Ζωγραφικής,  γράφτηκε στο εργαστήριο της Χαρακτικής, όπου και σπούδασε άλλα τέσσερα χρόνια κοντά στο δάσκαλο Γιάννη.Κεφαλληνό μέχρι το 1947. Επίσης  παρακολούθησε Ιστορία της Τέχνης κοντά στον Παντελή Πρεβελάκη και αφού απόκτησε το δίπλωμα θεωρητικών και  Ιστορικών  Σπουδών, διατέλεσε Επιμελητής του Τμήματος.

Το πνεύμα που επικρατούσε τότε στη διδασκαλία της Ζωγραφικής στη Σχολή, όπως έλεγε ο ίδιος, ήταν αυστηρό, ακαδημαϊκό και επηρεασμένο από τις αρχές της Σχολής του Μονάχου. Στον χώρο όμως της Χαρακτικής το κλίμα ήταν διαφορετικό. Στο εργαστήριο του Κεφαλληνού έπνεε ένας αέρας ελευθερίας και πρωτοποριακής σκέψης, που έφερνε τα μηνύματα της γαλλικής κουλτούρας και ευνοούσε τη διακίνηση των ιδεών και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας των  μαθητών. Αυτό το μαρτυρούν εξάλλου όλοι όσοι είχαν την τύχη να τον έχουν δάσκαλο στη Σχολή. Η σχέση που ένωνε μαθητές και δάσκαλο ήταν μοναδική. Οι συζητήσεις στο εργαστήρι της χαρακτικής, με επίκεντρο τον Κεφαλληνό και γύρω του όσους τολμούσαν να αντικρούσουν τις απόψεις του, ξεκινώντας από την τέχνη έπαιρναν ευρύτερες διαστάσεις φτάνοντας στην ανάλυση της ίδιας της ζωής. Οι ατελείωτοι και συναρπαστικοί αυτοί διάλογοι είχαν μείνει αξέχαστοι στον Λ. Ορφανό, αφού συμμετείχε και ο ίδιος σε αυτούς προκαλώντας συχνά το δάσκαλο με τις αντιρρήσεις του να αναπτύσσει διάφορες θεωρίες, δημιουργώντας έτσι μια ζωηρή και ενθουσιώδη ατμόσφαιρα στο ατελιέ.

Την εποχή εκείνη τα υλικά της χαρακτικής ήταν πολύ  ακριβά και δυσεύρετα. Το ίδιο σπάνιοι ήταν και οι ειδικοί τεχνίτες, που γνώριζαν να κόβουν και να επεξεργάζονται το όρθιο ξύλο. Έτσι αναγκάζονταν να δουλεύουν σε πολύ μικρά κομμάτια το ξύλο ή το χαλκό στη Σχολή. Ο Κεφαλληνός, επιζητώντας πάντα την τελειότητα, δίδασκε την άρτια και αυστηρή τεχνική, την οποία κατείχε απόλυτα. Γι’ αυτό και όλοι οι μαθητές του -ανεξάρτητα από την καλλιτεχνική τους επίδοση- απόκτησαν πρώτα απ’ όλα άψογη τεχνική κατάρτιση.

Ο πόλεμος, που συνέπεσε ακριβώς με την περίοδο της φοίτησης του Ορφανού, δεν στάθηκε ικανός να τον εμποδίσει από την  ολοκλήρωση του κύκλου των σπουδών του. Παρ’ όλες τις στερήσεις, την πείνα και τις κακουχίες ακολούθησε το όραμά του, με όλο το νεανικό ενθουσιασμό και τη ρομαντική του ιδιοσυγκρασία. Ήταν και η εκρηκτική προσωπικότητα του δάσκαλου, που τους συσπείρωνε όλους στο εργαστήριο και αναζωπύρωνε τη φλόγα για την τέχνη.

Το 1947, που αποφοίτησε από την Α.Σ.Κ.Τ., διορίστηκε καθηγητής Τεχνικών σε ένα Γυμνάσιο θηλέων στην  Κοζάνη. Παραιτήθηκε όμως στο τέλος της διδακτικής χρονιάς. Οι δύσκολες συνθήκες της ζωής, ακριβώς μετά τον πόλεμο, καθώς και το ανήσυχο πνεύμα του δεν άφηναν περιθώρια προσαρμογής. Έτσι το καλοκαίρι του 1948 επέστρεψε στην Αθήνα.

Λάμπρος Ορφανός

Μάρμαρα του Παρθενώνα Ευχετήρια κάρτα 

Τράπεζας Ελλάδος  1952

Χαλκογραφία   Burin

Λάμπρος Ορφανός

        Ελιές  Ξυλογραφία σε όρθιο ξύλο

                 Αθήνα 1940-1945

 

 

 

 

 

Το 1949 έφερε δύο σημαντικές αλλαγές στη ζωή του. Η  πρώτη ήταν ότι προσλήφθηκε από την Τράπεζα της Ελλάδος ως Αρχιτεχνίτης Προϊστάμενος στην Υπηρεσία Καλλιτεχνικού Σχεδίου και Χάραξης του Ι.Ε.Τ.Α., κατόπιν δημόσιου διαγωνισμού. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο διαγωνισμός αυτός επαναλήφθηκε τρεις φορές, αλλά πάντα με την ίδια επιτυχία για τον καλλιτέχνη. Πριν προκηρύξει τις εξετάσεις αυτές η Τράπεζα της Ελλάδος είχε ζητήσει από τη Σχολή Καλών Τεχνών και συγκεκριμένα από τον ίδιο τον Κεφαλληνό να συστήσει κάποιους μαθητές του με εξέχουσα επίδοση στη χάραξη, για να απασχοληθούν στο Ι.Ε.Τ.Α. Τότε ο Κεφαλληνός τους σύστησε τον Λάμπρο Ορφανό. Την ίδια χρονιά (1949) παντρεύτηκε την Έλλη Μουρέλου, ζωγράφο και ψηφιδογράφο, και απόκτησε πολύ αργότερα (το 1961) ένα γιο. To 1952 έδωσε με επιτυχία εξετάσεις στο ΙΚΥ και πήγε σαν υπότροφος για μετεκπαίδευση στο Παρίσι. Ήταν η πρώτη φορά που το Ίδρυμα χορηγούσε υποτροφία μεταπτυχιακών σπουδών σε καλλιτέχνη για γραφικές τέχνες. Ενθουσιασμένος από την επιτυχία και γεμάτος όνειρα για το δρόμο που ανοιγόταν μπροστά του, ξεκίνησε μαζί με τη γυναίκα του για την «Πόλη του Φωτός».Στο Παρίσι σπούδασε τρία χρόνια στο Εργαστήριο  Χαρακτικής της Ecole des Beaux-Arts, με καθηγητή τον Robert Cami. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του τιμήθηκε με το δεύτερο και τρίτο βραβείο χαρακτικής το 1953 και την επόμενη χρονιά, το 1954, με το πρώτο βραβείο χαρακτικής. Παράλληλα, τον ίδιο καιρό φοίτησε στο College Technique Estienne (Arts et industries du livre), όπου συμπλήρωσε τις γνώσεις του στην τέχνη του βιβλίου, στη χάραξη γραμματοσήμων, γραμμάτων τραπεζογραμματίων και αξιών, με καθηγητή τον R.Cottet. Επίσης, παρακολούθησε τις εκτυπωτικές εργασίες στην Imprimerie Nationale des Timbres Postes του Παρισιού.               

To περιβάλλον στη Beaux-Arts έκανε μεγάλη εντύπωση στο Λάμπρο Ορφανό. Μας είχε διηγηθεί σχετικά: «Βρέθηκα σε μία σχολή, όπου οι σπουδαστές ήταν ελεύθεροι να εκφράσουν τις απόψεις τους, ενώ παράλληλα ήταν περισσότερο προχωρημένοι από τους απόφοιτους της δικής μας Σχολής στην Ελλάδα. Οι δάσκαλοι ήταν συμπαραστάτες, φίλοι και πρόθυμοι να διδάξουν όλα όσα εκείνοι είχαν κατακτήσει, ενώ το κάθε ατελιέ ήταν ένα χωνευτήρι, όπου γινόταν συγκερασμός απόψεων, αντιλήψεων και ιδεών διαφόρων εθνών και πολιτισμών, αφού οι περισσότεροι φοιτητές ήταν ξένοι. Οι εμπειρίες και οι κατακτήσεις του καθενός ήταν μάθημα για τους υπόλοιπους. Έτσι, δέχτηκα τα μαθήματα των φτασμένων καλλιτεχνών, που συμφωνούσαν με την ψυχοσύνθεσή μου και απέρριψα πολλές απόψεις μου σχετικά με την τέχνη, που είχα διαμορφώσει στο παρελθόν».

  Λάμπρος Ορφανός Βάρκες Ξυλογραφία σε πλάγιο ξύλο Αθήνα 1945

Ο Λ. Ορφανός στην τεχνική του δέχτηκε σημαντική επίδραση από τη  διδασκαλία του R. Cami, γεγονός που αναγνωρίζει άλλωστε ανεπιφύλακτα και ο ίδιος. Αλλά κι εκείνος εκτιμώντας τις γνώσεις και την ικανότητα του ¨Ελληνα μαθητή του στο burin, εξέφρασε φανερά την απορία του λέγοντας του χαρακτηριστικά: «Toi, qu’est-ce que tu cherches ici? Je nai rien a tapprendre» («Εσύ τί γυρεύεις εδώ; Δεν έχω τίποτα να σου μάθω»).

Την ίδια εποχή θα βρεθεί και πάλι μαζί με φίλους του ζωγράφους και χαράκτες στη Γαλλία, όπως τον Παναγιώτη Τέτση, τον Γιάννη Γαϊτη και τον Κώστα Γραμματόπουλο. Ο Ορφανός αγάπησε ιδιαίτερα το Παρίσι, την πόλη που τον γοήτευσε και ενέπνευσε σημαντικά την καλλιτεχνική του δημιουργία. Και ακόμα και μετά από πολλά χρόνια έλεγε με νοσταλγία: «Το Παρίσι είναι  το κέντρο των τεχνών Ένας απλός περίπατος στους δρόμους του αρκεί, για να νιώσει ο καθένας ότι τα πάντα σ’ αυτήν την πόλη είναι συνυφασμένα με την Τέχνη».

Η παρατηρητικότητα του Ορφανού και η σκωπτική του διάθεση βρίσκουν στη γαλλική πρωτεύουσα γόνιμο έδαφος για να εκδηλωθούν σε όλο τους το μέγεθος. Έτσι, οι σπουδές του δεν περιορίζονται στα ατελιέ των μεγάλων σχολών, στα μουσεία και τις ονομαστές εκθέσεις, αλλά επεκτείνονται και στη μελέτη της αληθινής τέχνης, που δεν είναι άλλη από την ίδια τη ζωή. Οξυδερκής καθώς είναι, διεισδύει παντού και αποτυπώνει με το καλέμι του στο χαλκό τα «παρασκήνια» της καθημερινότητας, που βρίσκονται πάντα πίσω από το εκθαμβωτικό σκηνικό, τη «βιτρίνα».

Την εποχή εκείνη ο καλλιτέχνης ασχολήθηκε και με την τέχνη του γραμματοσήμου. Εκτός από τρία ελληνικά γραμματόσημα, που φιλοτέχνησε σαν δείγμα εργασίας για τα ΕΛ.ΤΑ το 1954-55 (“βοσκός με φλογέρα”, “κρίνος”, “Μετέωρα”), χάραξε και τρία γαλλικά,  τα οποία κυκλοφόρησαν με την υπογραφή όμως του δασκάλου του R. Cami, επειδή σαν ξένος δεν είχε τυπικά το δικαίωμα να αναλάβει κρατικό έργο. Με τον γνωστό Γάλλο χαράκτη, που εκτίμησε ιδιαίτερα ο καλλιτέχνης, διατήρησε τη σχέση του και αφού επέστρεψε στην Ελλάδα. «Ο R. Cami, σπουδαίος καλλιτέχνης και άνθρωπος, κοσμοπολίτης και φιλέλληνας, επισκεπτόταν συχνά τη χώρα μας και τότε  είχαμε την ευκαιρία να σμίγουμε και να ταξιδεύουμε αρκετές φορές παρέα σε διάφορους ελληνικούς τόπους», ανέφερε συγκεκριμένα ο Λάμπρος Ορφανός.

Την εποχή της διαμονής του στο Παρίσι αξέχαστα έμειναν στον καλλιτέχνη και τα ταξίδια που έκανε με τη γυναίκα του και διάφορους φίλους του σε πολλά μέρη εντός και εκτός Γαλλίας, απολαμβάνοντας μια μποέμικη και ξένοιαστη ζωή.

Από τότε και για πολλά χρόνια η αγάπη του για τα ταξίδια τον έκανε να επισκεφτεί τις περισσότερες δυτικοευρωπαϊκές χώρες, όπως επίσης τη Ρωσία, την Αίγυπτο, την Κεντρική Αφρική, την Κίνα, την Ταϋλάνδη, το Χονγκ-Κόνγκ, την Κούβα κ.ά.

Μετά το τέλος των μεταπτυχιακών του σπουδών, επέστρεψε στην Ελλάδα  και συνέχισε τις εργασίες του στο Ίδρυμα Εκτυπώσεως Τραπεζογραμματίων και Αξιών, όπου χάραξε ολόκληρη σειρά  κυκλοφορησάντων  τραπεζογραμματίων και αξιών στο ατσάλι. Η Τράπεζα τον έστειλε τότε αρχικά μαζί με τον Αλέξανδρο Κορογιαννάκη το 1963 στις Βρυξέλλες και, μετά το θάνατο του δεύτερου, μόνο του, τουλάχιστον τρεις φορές στο Βέλγιο, τη Γερμανία, την Αυστρία, την Ελβετία και τη Γαλλία, προκειμένου να ενημερωθεί σχετικά με το νέο σύστημα εκτύπωσης από ατσάλινες πλάκες για τη λειτουργία των  καινούριων εκτυπωτικών μηχανημάτων, που είχε εφοδιαστεί το Ι.Ε.Τ.Α.

Ο Λάμπρος Ορφανός, μεταξύ άλλων, έχει εικονογραφήσει: α) Το χαρτονόμισμα των 1.000 δρχ. (στην πρόσθια όψη φέρει το κεφάλι του Δία και το θέατρο της Επιδαύρου, χαραγμένο σε ατσάλι (burin) το 1970), β) Το χαρτονόμισμα των 500 δρχ. (στην πρόσθια όψη εικονίζονται η Δήμητρα, ο Τριπτόλεμος και η Περσεφόνη, χαραγμένο σε ατσάλι (burin) το 1968), γ) Το χαρτονόμισμα των 100 δρχ. (στην πρόσθια όψη εικονίζεται το κεφάλι της Θεάς Αθηνάς, χαραγμένο σε ατσάλι (burin), δ) Το χαρτονόμισμα των 50 δρχ. (στην πρόσθια όψη εικονίζεται το κεφάλι της Αρεθούσας με δελφίνια αριστερά και δεξιά καθώς και παράσταση αρχαίας τριήρους, χαραγμένα σε ατσάλι (burin) το 1964.

 

Λάμπρος Ορφανός  

Κεφάλι Αθηνάς από αρχαίο διστάτηρο

Χάραγμα εν αναμονή,

Τράπεζα Ελλάδος 1949 -1950

Χάραξη σε ατσάλι, Burin

 

Ο καλλιτέχνης ασχολήθηκε επίσης και με την κατασκευή κερμάτων. Συγκεκριμένα σχεδίασε μακέττες ελληνικών κερμάτων από το 1973 ως το 1976 και κατασκεύασε τις μήτρες τους σε ατσάλι, αρχικά σε συνεργασία με τον Ι. Στίνη και αργότερα με τους γλύπτες Θ. Παπαγιάννη και Ν.  Περαντινό. Από την Τράπεζα της Ελλάδος συνταξιοδοτήθηκε την 1.1.1977.

Λάμπρος Ορφανός Δημοσθένης 

Χάραγμα εν αναμονή,

Τράπεζα Ελλάδος 1954

 Χάραξη σε ατσάλι, Burin

Η πολυδιάστατη φυσιογνωμία του Λ, Ορφανού μέσα σε μία τριακονταπενταετία περίπου καλύπτει ένα πλατύ φάσμα δραστηριοτήτων, που ξεκινάει από τη ζωγραφική και τη χαρακτική, για να περιλάβει τη σκηνογραφία, την εικονογράφηση βιβλίων και περιοδικών, τη φιλοτέχνηση διαφόρων εντύπων, αφισών και γενικά την απασχόλησή του με ό,τι αφορά στις γραφικές τέχνες. Το 1961 μάλιστα τιμήθηκε και με το Α’ Βραβείο αφίσας με θέμα τη Γενική Απογραφή Πληθυσμού. Ως σκηνογράφος έκανε τα σκηνικά για ορισμένα θεατρικά έργα, που ανέβασε ο θίασος “Ελληνική Κωμωδία” του Β. Αργυρόπουλου στην Αθήνα, όπως του Ερ. Ιψεν «Ο εχθρός του λαού» και του Γρ. Ξενόπουλου «Δεν είμαι εγώ».

Το 1959 ο Λάμπρος Ορφανός είχε θέσει υποψηφιότητα για  την έδρα της χαρακτικής στην Α.Σ.Κ.Τ., αλλά ως γνωστόν εκλέχτηκε τελικά ο Κώστας Γραμματόπουλος, ο οποίος ήταν επίσης μαθητής του  Κεφαλληνού, ακριβώς της ίδιας ηλικίας με τον Ορφανό και με ανάλογες σπουδές στο Παρίσι.

Από το 1948 πήρε μέρος σε οκτώ Πανελλήνιες εκθέσεις (1948, 1952, 1957, 1960, 1963, 1967, 1971 και 1973), ενώ από το 1951 συμμετείχε σε όλες τις εκθέσεις της Λέσχης των Υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος μέχρι το 1969. Είχε πάρει μέρος και σε πολλές διεθνείς εκθέσεις (Παρίσι, Λουγκάνο, Σαντιάγκο,  Μπιενάλε Αλεξανδρείας, Μπιενάλε Σάο Πάολο, Στοκχόλμη, Ισραήλ, Ρουμανία, κ.α.). Στη Μπιενάλε Αλεξανδρείας το 1957 πήρε τιμητική διάκριση για το έργο του «Πουλιά».

Ήταν μέλος του Καλλιτεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, των Ελεύθερων Καλλιτεχνών του Παρισιού, του Salon d’Automne και του Τμήματος Χαρακτικής της Societe Nationale des Beaux Arts. Έργα του βρίσκονται στη συλλογή του Υπουργείου Παιδείας, στην Εθνική Πινακοθήκη, στην Τράπεζα της Ελλάδος, στη Δημόσια Βιβλιοθήκη της Βοστώνης και σε διάφορες ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα και  στο εξωτερικό.

Η μοναδική ατομική έκθεση του μεγάλου χαράκτη πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο του 1994 στην Κηφισιά, στον εικαστικό χώρο “Υάκινθος” του Νίκου Γρηγοράκη, όπου και παρουσιάστηκαν περισσότερα από 50 χαρακτικά του έργα. Στην έκθεση, που είχε πολύ μεγάλη επιτυχία από απόψεως ανταπόκρισης του κοινού, οι επισκέπτες είχαν την ευκαιρία να γνωρίσουν την πορεία και τη δουλειά του καλλιτέχνη, μέσα από κυρίως χαλκογραφίες, αλλά και ξυλογραφίες και μεταξοτυπίες που έγιναν κατά τη διάρκεια μισού αιώνα, από το 1944 έως το 1994.

 

 

 

 

 

 

 

Λάμπρος Ορφανός Γοργόνα 1955 -1959 Έγρωμη Χαλκογραφία,

Burin, Eau Forte, Aquatinte

 

Από την πρώτη του εμφάνιση στο καλλιτεχνικό προσκήνιο -το 1948- και σε όλη τη διάρκεια της δημιουργικής του πορείας οι κριτικές του τύπου υπήρξαν πάντα επαινετικές για το έργο του,  διακρίνοντας τις αρετές του τόσο στη ζωγραφική (ειδικά στην υδατογραφία), όσο κυρίως και στη χαρακτική. Το 1957 και με την ευκαιρία της Πανελλήνιας Έκθεσης, στην οποία συμμετείχε ο Λ. Ορφανός με τρία χαρακτικά του, ο Άγγελος Προκοπίου γράφει : “…Ο Ορφανός μας δίνει το μέτρο της ικανότητας ενός χαράκτη που το καλέμι του παίζει με με αξιοθαύμαστη σιγουριά στο ακροβατικό κορδόνι της τεχνικής. Μαθητής του Γιάννη Κεφαλληνού και του Ρομπέρ Καμί δικαιώνει τις προσδοκίες των δασκάλων του με τις γνώσεις και το ταλέντο του”.  Ο Λάμπρος Ορφανός είναι ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες χαράκτες και η αναγνώριση πλέον της αξίας του χαρακτικού του έργου έχει συμπληρώσει ένα από τα μεγάλα κενά της ιστορίας της νεοελληνικής τέχνης, αφού ο καλλιτέχνης έχει πάρει τη θέση που του αξίζει στην ιστορία της Eλληνικής Xαρακτικής.

  • Το βιογραφικό σημείωμα αυτό παρουσιάστηκε το 2014 από τον Γιάννη Παπακωνσταντίνου, Καλλιτεχνικό Διευθυντή του Μεγάρου Γκύζη, στον κατάλογο της έκθεσης με τίτλο: “ΧΑΛΚΟΓΡΑΦΙΕΣ: Παναγιώτης Τέτσης & Λάμπρος Ορφανός – Οι δύο φίλοι «συνομιλούν», που οργάνωσε -σε συνεργασία με το ΜΙΕΤ- τον Αύγουστο του 2014 στη Σαντορίνη.
  • Το κείμενο προέρχεται βασικά από τη διδακτορική διατριβή της Ελένης Γκόνου-Στυλιανίδη, με τίτλο «Οι πρώτοι Έλληνες χαράκτες του εθνικού χαρτονομίσματος και το χαρακτικό τους έργο», στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
  • Σημείωση:Τα ἐργα που εικονίζονται ανήκουν στην Συλλογή της Ελληνικής Πρεσβείας στην Βιέννη, δωρεά Μίνου Ορφανού.

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.