Του ΓΙΑΝΝΗ ΒΑΘΥΑ
Αφορμή για τούτο το κείμενο στάθηκαν πρόσφατα τραγικά γεγονότα που συγκλόνισαν την κοινωνία, η απώλεια ανθρώπινων ζωών, φιλάθλων, μόλις μία ημέρα μετά τον θάνατο εργαζομένων.
Η χρονική εγγύτητα των γεγονότων αυτών λειτούργησε ως ισχυρό σοκ για τη συλλογική συνείδηση και υπενθύμισε με δραματικό τρόπο την ευθραυστότητα της ανθρώπινης ύπαρξης.
Ο θάνατος έπαψε να είναι μια αφηρημένη έννοια και φανερώθηκε ως καθημερινή πραγματικότητα, που αγγίζει κάθε άνθρωπο και κάθε σπίτι, το οποίο έχει ήδη δοκιμαστεί ή αργά ή γρήγορα θα δοκιμαστεί από την απώλεια.
Στην ορθόδοξη χριστιανική θεολογία, ο θάνατος δεν νοείται ως οριστικό τέλος, αλλά ως πέρασμα. Η ομολογία της πίστης προσδοκώ ανάσταση νεκρών εκφράζει την ελπίδα ότι η ζωή δεν εξαντλείται στα όρια της φθοράς και του βιολογικού τέλους. Ωστόσο, αυτή η προοπτική δεν λειτουργεί ως φυγή από το παρόν. Αντίθετα, υπογραμμίζει την ιερότητα της ανθρώπινης ζωής και εντείνει την ευθύνη του ανθρώπου απέναντι σε αυτήν. Η ζωή αποκτά αξία ακριβώς επειδή είναι εύθραυστη και μοναδική. Οι Πατέρες της Εκκλησίας προσέγγισαν τον θάνατο με πνευματικό ρεαλισμό. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος επισημαίνει ότι το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ο θάνατος, αλλά η ζωή χωρίς ήθος, ευθύνη και αγάπη. Η πατερική αυτή θέση μετατοπίζει το βάρος από τον φόβο του τέλους στην ποιότητα της ζωής και στη στάση του ανθρώπου απέναντι στον συνάνθρωπο.
Ανάλογη είναι και η φιλοσοφική προσέγγιση του θανάτου. Από τους αρχαίους φιλοσόφους έως τη σύγχρονη υπαρξιακή σκέψη, ο θάνατος θεωρείται θεμελιώδες μέτρο της ζωής. Η συνειδητοποίηση της θνητότητας οδηγεί τον άνθρωπο σε αυτογνωσία και τον καλεί να αναλάβει την ευθύνη των επιλογών του. Ο χρόνος αποκτά νόημα όταν είναι περιορισμένος και η ζωή αποκτά αξία όταν βιώνεται συνειδητά και υπεύθυνα. Κεντρική θέση στον προβληματισμό αυτό κατέχει το πένθος, όχι ως επιφανειακή εκδήλωση λύπης, αλλά ως βαθιά εσωτερική και ψυχική διεργασία.
Η σύγχρονη ψυχολογία περιγράφει το πένθος ως μια σύνθετη διαδικασία, κατά την οποία το άτομο καλείται να επεξεργαστεί όχι μόνο την απώλεια ενός προσώπου, αλλά και την απώλεια νοήματος, ασφάλειας και σταθερότητας. Στάδια όπως η άρνηση, ο θυμός, η ενοχή, η θλίψη και η σταδιακή αποδοχή δεν ακολουθούν πάντα γραμμική πορεία, αλλά αποτελούν μέρος μιας προσωπικής και μοναδικής διαδρομής.
Το πένθος, όταν βιώνεται ουσιαστικά, μπορεί να οδηγήσει σε ψυχική ωρίμανση, συνειδητοποίηση και βαθύτερη κατανόηση της ζωής. Αντίθετα, όταν καταπιέζεται ή αντιμετωπίζεται επιφανειακά, κινδυνεύει να μετατραπεί σε χρόνιο πόνο ή κοινωνική αδιαφορία.
Σε συλλογικό επίπεδο, συχνά παρατηρείται ένα είδος πρόσκαιρου πένθους, όπου η συγκίνηση εξαντλείται σε λόγια και τελετουργίες, χωρίς ουσιαστικό αναστοχασμό και αλλαγή στάσης.
Οι πρόσφατες απώλειες φιλάθλων και εργαζομένων αναδεικνύουν με τραγικό τρόπο την ανάγκη να αντιμετωπιστεί ο θάνατος ως αφύπνιση. Δεν μπορεί να θεωρείται ατύχημα της στιγμής ή αναπόφευκτο γεγονός. Αντίθετα, αποτελεί υπενθύμιση των ευθυνών μας στη ζωή, τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο.
Η ανθρώπινη ζωή δεν είναι αριθμός ούτε στατιστικό δεδομένο, αλλά ύπαρξη με αξία και αξιοπρέπεια. Ο θάνατος μάς καλεί να επανεξετάσουμε τις πράξεις και τη συμπεριφορά μας, τον τρόπο που εργαζόμαστε, που διασκεδάζουμε, που συνυπάρχουμε. Μας καλεί να σεβαστούμε τους κανόνες, να απορρίψουμε την αδιαφορία, να αναλάβουμε ευθύνη ακόμη και για τις μικρές, καθημερινές επιλογές μας, οι οποίες συχνά καθορίζουν τις μεγάλες συνέπειες.
Η μνήμη των νεκρών δεν τιμάται με λόγια, αλλά με πράξεις που προστατεύουν τους ζωντανούς.
Ο θάνατος δεν είναι μόνο ένα τέλος, αλλά μια διαρκής υπενθύμιση της ευθύνης που φέρει ο άνθρωπος για τη ζωή.
Δεν αφορά μόνο τις μεγάλες αποφάσεις και τις θεσμικές επιλογές, αλλά και τις μικρές, καθημερινές πράξεις και συμπεριφορές. Την αμέλεια ή τη φροντίδα, την αδιαφορία ή την παρέμβαση, τη σιωπή ή τη στάση ευθύνης.
Κάθε πράξη, όσο ασήμαντη κι αν φαίνεται, συμβάλλει στη διαμόρφωση ενός κόσμου που μπορεί είτε να προστατεύει είτε να υπονομεύει την ανθρώπινη ζωή.
Ο θάνατος μάς καλεί να ζούμε συνειδητά, με σεβασμό και πράξη, ώστε η ζωή να δικαιώνεται όχι μόνο στη διάρκειά της, αλλά κυρίως στο ήθος της
Γ.Β.



















