Του ΓΙΑΝΝΗ ΒΑΘΥΑ
2026. Ξεκίνησα να γράφω τούτο το κείμενο με την κλασική και γνώριμη διάθεση της Πρωτοχρονιάς. Με σκέψεις για απολογισμούς, ευχές και εκείνη τη συγκρατημένη έστω αισιοδοξία που συνοδεύει πάντα την αλλαγή του χρόνου. Ήθελα να μιλήσω για υγεία, ευτυχία, πρόοδο, για όλα όσα επαναλαμβάνουμε σχεδόν τελετουργικά αυτές τις μέρες. Όμως κάπου στη διαδρομή, η κατεύθυνση άλλαξε.
Διαβάζοντας το βιβλίο του καθηγητή Χαρίρι, Sapiens, στάθηκα σε μια φράση που με ανάγκασε να ξανασκεφτώ όσα έγραφα. Λέει ο Χαρίρι, ότι σύντομα ίσως είμαστε ικανοί να κατασκευάζουμε ακόμη και τις επιθυμίες μας και ότι το πραγματικό ερώτημα δεν είναι τι θέλουμε να γίνουμε, αλλά τι θέλουμε να θέλουμε. Εκεί κατάλαβα πως το κείμενο που είχα στο μυαλό μου δεν μπορούσε πια να γραφτεί με τον ίδιο τρόπο. Γιατί αν το διακύβευμα του μέλλοντος δεν είναι μόνο οι πράξεις μας, αλλά και οι ίδιες μας οι επιθυμίες, τότε οι ευχές της Πρωτοχρονιάς παύουν να είναι αθώες και αποκτούν βαθιά ηθικό και υπαρξιακό βάρος.
Η Πρωτοχρονιά έρχεται πάντα με τον ίδιο τρόπο. Μετρώντας λεπτά, ανταλλάσσοντας ευχές, κάνοντας έναν άτυπο απολογισμό και ταυτόχρονα μια υπόσχεση προς τον εαυτό μας. Κι όμως, κάθε χρόνος μοιάζει διαφορετικός. Ίσως γιατί, ενώ επαναλαμβάνουμε μηχανικά το κάθε πέρυσι και καλύτερα, επιμένουμε να επενδύουμε προσδοκίες στον νέο χρόνο. Αυτή η αντίφαση δεν είναι αδυναμία αλλά απόδειξη ότι, παρά τη φθορά, δεν έχουμε παραιτηθεί από την ελπίδα. Μια ελπίδα όχι θορυβώδη, αλλά συγκρατημένη και ρεαλιστική.
Ζούμε σε χρόνια που μας έμαθαν να είμαστε προσεκτικοί. Οι μεγάλες αφηγήσεις κατέρρευσαν, οι βεβαιότητες συρρικνώθηκαν και η τεχνητή νοημοσύνη, σύμβολο της προόδου αλλά και της αποξένωσης, μας έφερε αντιμέτωπους με ένα παράδοξο. Όσο πιο εξελιγμένα γίνονται τα εργαλεία μας, τόσο περισσότερο ξεχνάμε τα αυτονόητα. Τη σιωπή, την ανθρώπινη επαφή, τη σημασία του μέτρου.
Αναζητούμε απαντήσεις σε αλγόριθμους, ενώ τα βασικά ερωτήματα παραμένουν πεισματικά ίδια. Ποιο είναι το νόημα της ζωής, τι μας κάνει πραγματικά ανθρώπους, τι αξίζει να διασωθεί. Δεν είναι τυχαίο ότι η πρώτη ευχή που ανταλλάσσουμε είναι η υγεία. Όχι η επιτυχία ούτε ο πλούτος. Η υγεία προηγείται, γιατί χωρίς αυτήν όλα τα άλλα απογυμνώνονται από νόημα. Τα τελευταία χρόνια, με τον κορωνοιό, το μάθαμε με τον πιο σκληρό τρόπο. Η υγεία δεν είναι δεδομένη, είναι εύθραυστη και συλλογική υπόθεση. Αφορά το σώμα, αλλά και την ψυχική αντοχή, την κοινωνική συνοχή, την αίσθηση ασφάλειας.
Μετά έρχεται η ευτυχία. Μια λέξη βαριά και συχνά παρεξηγημένη. Δεν είναι μόνιμη κατάσταση, αλλά στιγμές. Μικρές ρωγμές φωτός μέσα στην καθημερινότητα. Προκύπτει όταν υπάρχει νόημα, όταν οι σχέσεις είναι αληθινές, όταν συμφιλιωνόμαστε με τις ατέλειές μας.
Ακολουθούν η πρόοδος και η δημιουργία. Όχι μόνο ως τεχνολογική επιτάχυνση ή παραγωγή, αλλά ως ηθική ωρίμανση, φροντίδα και ευθύνη για το αποτύπωμα που αφήνουμε πίσω μας.
Η δική μου ευχή για το 2026 είναι άυλη, να έχουμε γεμάτες ψυχές. Γιατί μια γεμάτη ψυχή αντέχει, συνδέεται και δημιουργεί. Και ίσως εκεί βρίσκεται η πιο ρεαλιστική μορφή αισιοδοξίας. Όχι στο να πιστεύουμε ότι όλα θα πάνε καλά, αλλά στο να είμαστε έτοιμοι να σταθούμε όρθιοι ακόμη κι όταν δεν πάνε.
Σε έναν κόσμο που ίσως σύντομα θα μπορεί να κατασκευάζει ακόμη και τις επιθυμίες του, ας υπερασπιστούμε τουλάχιστον το δικαίωμα να επιλέγουμε συνειδητά τι αξίζει να θέλουμε.
Γ.Β.


















