Οι πρωτόγονοι άνθρωποι είχαν έντονη την αίσθηση του ρυθμού. Δηλαδή, των επαναλαμβανόμενων κινήσεων στον ίδιο χρόνο. Συντονίζοντας, λοιπόν, τις δουλειές του αργαλειού, του οργώματος και άλλων παραδοσιακών εργασιών, ξεκίνησαν να τραγουδούν. Μιμούμενοι τους ήχους της φύσης, κατασκεύασαν τα πρώτα μουσικά όργανα.
Οι ήχοι της φύσης αποτελούν τη προέλευση της μουσικής. Για παράδειγμα, το θρόισμα των φύλλων, το ρυάκι ενός ποταμού, το κελάηδημα των πουλιών, το μουγκρητό των άγριων ζώων κ.ά. Ο πρωτόγονος άνθρωπος ξεκίνησε να επικοινωνεί με άναρθρες κραυγές. Με το πέρασμα των χρόνων, δημιούργησε τις πρώτες του συλλαβές και εξελίχτηκε στο σοφό άνθρωπο.
Χρωματίζουμε τις προτάσεις μας, ανάλογα με το νόημα που θέλουμε να περάσουμε στο συνομιλητή μας. Υπάρχει σχέση ανάμεσα στη φυσική ομιλία, το λόγο και τη μουσική. Σ’ ένα μουσικό κείμενο, τη λεγόμενη παρτιτούρα, υπάρχουν μουσικές φράσεις που αντιστοιχούν στις προτάσεις λόγου. Υπάρχει ερμηνεία-απόδοση νοήματος, τόσο στα φιλολογικά κείμενα όσο και στα μουσικά κείμενα. Από το αρχαίο δράμα, ο λόγος, το μέλος-η μουσική και η κίνηση-ή αλλιώς δράση ήταν σ’ αδιάσπαστη ενότητα. Αργότερα, εξελίχθηκαν σε ξεχωριστούς κλάδους τεχνών.
Η μουσική προσεγγίζεται είτε ως επιστήμη (π.χ. ιστορικολόγοι της μουσικής, προσεχτικοί ακροατές σε ημερίδες μουσικολογικών-ιστορικών θεμάτων) είτε ως τέχνη (οργανοπαίχτες, τραγουδιστές, προσεχτικοί ακροατές συναυλιών).
Μαβίνα Μαρκοπούλου