Του ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΘΩΜΑ
Γίνεται πολλή κουβέντα τα τελευταία χρόνια για την υπερδόμηση των νησιών και για τον υπερτουρισμό. Και πιθανότατα πολλά από όσα λέγονται είναι σωστά.
Την ίδια στιγμή, όμως, υπάρχει μια άλλη πλευρά της πραγματικότητας που δεν πρέπει να ξεχνάμε: οι νησιώτες, και κυρίως οι μόνιμοι κάτοικοι, κάπως πρέπει να ζήσουν.
Και όταν λέμε να ζήσουν, δεν εννοούμε απλώς να επιβιώσουν. Εννοούμε να μπορούν να ζήσουν με όρους του 2026. Να έχουν εισόδημα, δουλειά, σπίτι, πρόσβαση σε υγεία και παιδεία και μια πραγματική προοπτική για τα παιδιά τους.
Είναι εύκολο να βάζεις περιορισμούς. Να λες τι δεν πρέπει να χτιστεί, τι πρέπει να σταματήσει, πόσο τουρισμό αντέχει ένα νησί.
Πολύ πιο δύσκολο είναι να απαντήσεις στο άλλο ερώτημα:
Τι θα ξεκινήσουν οι νησιώτες; Από τι θα ζήσουν; Και πώς θα μείνουν στον τόπο τους;
Μήπως, λοιπόν, η προσπάθεια να προστατεύσουμε τα νησιά πρέπει να συνοδεύεται από μια πραγματική αλλαγή του οικονομικού και παραγωγικού τους μοντέλου;
Δεν μπορείς απλώς να λες «σταματήστε κάτι» χωρίς ταυτόχρονα να λες «ξεκινήστε κάτι άλλο».
Χρειάζεται ένας ειδικός, μακροχρόνιος αναπτυξιακός σχεδιασμός για τα νησιά. Ένα πλαίσιο που θα δίνει πραγματικά και σταθερά κίνητρα σε παραγωγικές δραστηριότητες πέρα από τον τουρισμό.
Στον αγροτικό τομέα, για παράδειγμα, θα μπορούσαν να υπάρχουν φορολογικά και ασφαλιστικά κίνητρα, επιχορηγήσεις επενδύσεων, στήριξη της μεταποίησης, ενίσχυση της αλιείας και ουσιαστική επιδότηση του κόστους μεταφοράς.
Αλλά και σε άλλους τομείς: ενέργεια, ψηφιακή οικονομία, καινοτομία, μικρή μεταποίηση, σύγχρονες υπηρεσίες.
Γιατί μια επιχείρηση σε ένα νησί δεν αντιμετωπίζει το ίδιο κόστος με μια επιχείρηση στην ηπειρωτική Ελλάδα, ούτε συχνά απευθύνεται με την ίδια ευκολία και τις ίδιες δαπάνες σε ανάλογη αγορά. Μεταφορές, ενέργεια, πρώτες ύλες, πρόσβαση στις αγορές και εξειδικευμένο προσωπικό κοστίζουν περισσότερο.
Άρα δεν αρκεί μια περιστασιακή επιδότηση. Χρειάζεται ένα σταθερό πλαίσιο που θα κάνει οικονομικά βιώσιμο το να παράγεις και να εργάζεσαι σε ένα νησί.
Και σε αυτό το σημείο, ο ρόλος της ακτοπλοΐας είναι καθοριστικός.
Η ακτοπλοΐα δεν είναι μόνο ένα μέσο μετακίνησης για τον τουρίστα. Είναι βασική υποδομή για την καθημερινή ζωή και την οικονομική δραστηριότητα των νησιών. Είναι ο δρόμος μέσω του οποίου μετακινούνται άνθρωποι, προϊόντα, πρώτες ύλες, εργαζόμενοι, μαθητές και ασθενείς.
Χρειάζεται, λοιπόν, μια διαφορετική αντίληψη για την ακτοπλοϊκή σύνδεση των νησιών. Όχι μόνο ως υπηρεσία που εξυπηρετεί την τουριστική κίνηση, αλλά ως βασική και αναπτυξιακή υποδομή. Με συχνότητα, αξιοπιστία, προσιτό κόστος και δρομολόγια που να ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες των μόνιμων κατοίκων και των τοπικών επιχειρήσεων. Γιατί αν θέλουμε οι νησιώτες να παράγουν, να επενδύουν και να δημιουργούν, πρέπει να μπορούν και να μεταφέρουν τα προϊόντα τους, να έχουν πρόσβαση στις αγορές και να μετακινούνται από και προς το νησί τους χωρίς αυτό να αποτελεί καθημερινό οικονομικό και πρακτικό εμπόδιο.
Και βέβαια χρειάζονται υποδομές: νερό, ενέργεια, υγεία, παιδεία, μεταφορές, ψηφιακές υποδομές και, κυρίως, κατοικία για τους μόνιμους κατοίκους.
Το δίλημμα, λοιπόν, δεν πρέπει να είναι:
«Ή ανάπτυξη ή προστασία των νησιών».
Μπορούμε και πρέπει να αναζητήσουμε έναν άλλο δρόμο:
Προστασία του περιβάλλοντος, αλλά και δημιουργία νέων οικονομικών δυνατοτήτων για τους ανθρώπους που ζουν εκεί.
Γιατί ένα νησί δεν είναι μόνο οι παραλίες, το τοπίο και οι υποδομές του.
Είναι και οι άνθρωποί του.
Και αν πραγματικά θέλουμε να μείνουν, δεν αρκεί να τους ζητάμε να μην κάνουν κάτι.
Πρέπει να τους δώσουμε τη δυνατότητα να κάνουν κάτι άλλο. Πρέπει να υπάρξει μια συγκεκριμένη εναλλακτική πρόταση.
Θα πρέπει οι νησιώτες να παράγουν, να εργάζονται, να επενδύουν, να δημιουργούν με προοπτική και αξιοπρέπεια.
Όχι απλώς να παραμείνουν στα νησιά τους, αλλά να μπορούν να ζουν καλά σε αυτά.
Κ.Α.Θ.



















