Του ΓΙΑΝΝΗ ΒΑΘΥΑ
Συμπληρώθηκαν κιόλας έξι χρόνια από τη μέρα που έφυγε από τη ζωή ο Θόδωρος Νικολαΐδης. Είχα την τύχη τη διετία 1988-1989 να εργαστώ στο Φως των Σπορ, υπό τη διεύθυνσή του. Στα σαράντα χρόνια που πέρασα στις εφημερίδες γνώρισα σπουδαίους δημοσιογράφους, αρκετοί και καλοί χαρακτήρες. Από όλους κάτι έμαθα κι ό,τι έμαθα το μετέφερα σε νεότερους από μένα. Αλλά ο Θόδωρος Νικολαΐδης ήταν Ο κορυφαίος. Όχι απαραίτητα γιατί κάποιοι άλλοι υπολείπονταν δημοσιογραφικά. Αλλά γιατί υπήρξε μια τεράστια προσωπικότητα. Ανοιχτό μυαλό, πανέξυπνος, θυμικός με απίστευτη λογική και εξαιρετική αυτογνωσία. Τεράστιος εφημεριδάς, μάνατζερ κατά τα νεωτερικά. Ολυμπιακός μέχρι το κόκκαλο. Όσοι έχουν περάσει από το Φως το γνωρίζουν. Όπως γνωρίζουν και κάτι άλλο, ότι σεβόταν τον αντίπαλο, σεβόταν τον αναγνώστη, σεβόταν τον κλητήρα του, σεβόταν τον εαυτό του.
Ο πρόλογος αυτός δεν είναι παρελθοντολογικός. Είναι αφορμή. Διάβασα το σχόλιο ενός καλού συναδέλφου, του Διονύση Βραιμάκη, για μια άλλη πρωτοποριακή εφημερίδα, τη Sportime, όταν κυκλοφόρησε με όλο το πρωτοσέλιδο αφιερωμένο στον θάνατο του Οδυσσέα Ελύτη. Μεγάλη πρωτοπορία για την εποχή. Σε άλλο σχόλιό του, αυτό που με έβαλε στις σκέψεις που ακολουθούν, γράφει: Τίτλοι τουλάχιστον έξυπνοι, και ας μην είναι πάντα εμπορικοί – αν υπάρχουν πλέον τέτοιοι και αν μπορεί να αγοράσει κάποιος εφημερίδα μόνο από τον τίτλο, όπως συνέβαινε παλιότερα.
Και κάπου εδώ τίθεται αβίαστα το ερώτημα. Σήμερα, στην εποχή που είναι κυρίαρχα ηλεκτρονική, με την έντυπη δημοσιογραφία να δοκιμάζει τις αντοχές της μέσα από ποιοτικές δουλειές, τι διαβάζουμε; Ποιος γράφει, πού γράφει, πώς γράφει; Η δημοσιογραφία υπήρξε πάντα μια τέχνη ισορροπίας. Ανάμεσα στην πληροφορία και την άποψη, στην ταχύτητα και την ακρίβεια, στο συναίσθημα και την ψυχραιμία. Στις εποχές της έντυπης κυριαρχίας, ο τίτλος μπορούσε να πουλήσει. Ήταν ένα μικρό έργο τέχνης, ευφυής, υπαινικτικός, αιχμηρός. Σήμερα, το αν ένας τίτλος μπορεί ακόμη να καθορίσει την επιλογή του αναγνώστη μοιάζει σχεδόν αμφίβολο. Η πληροφορία δεν αναζητείται, σε βρίσκει. Και εδώ αρχίζει η μεγάλη αλλαγή.
Στη σύγχρονη ψηφιακή πραγματικότητα, το ποιος γράφει έχει αλλάξει δραματικά. Δεν είναι μόνο οι επαγγελματίες δημοσιογράφοι που παράγουν περιεχόμενο. Είναι οι χρήστες των κοινωνικών δικτύων, οι bloggers, οι αναλυτές, ακόμη και ανώνυμοι λογαριασμοί. Η έννοια της αυθεντίας έχει αποδυναμωθεί. Δεν αρκεί πια η υπογραφή, χρειάζεται συνεχής επιβεβαίωση της αξιοπιστίας. Και συχνά, μέσα στον θόρυβο της υπερπληροφόρησης, η φωνή του έμπειρου δημοσιογράφου χάνεται δίπλα σε πιο έντονες, αλλά όχι απαραίτητα πιο έγκυρες, φωνές.
Το πού γράφει είναι εξίσου καθοριστικό. Από τις εφημερίδες και τα περιοδικά περάσαμε στις ιστοσελίδες, στις πλατφόρμες, στα κοινωνικά δίκτυα. Η δημοσιογραφία δεν έχει πια φυσική έδρα. Είναι παντού. Αυτό προσφέρει ελευθερία, αλλά ταυτόχρονα καταργεί φίλτρα. Εκεί που κάποτε υπήρχε ιεραρχία, έλεγχος, επιμέλεια, σήμερα υπάρχει συχνά άμεση δημοσίευση. Το αποτέλεσμα είναι μια δημοσιογραφία πιο γρήγορη, αλλά πολλές φορές πιο επιφανειακή.
Το πώς γράφει είναι ίσως το πιο κρίσιμο. Η ανάγκη για άμεση ανταπόκριση και για επισκεψιμότητα έχει αλλάξει το ύφος. Οι τίτλοι γίνονται πιο επιθετικοί, πιο υπερβολικοί, πιο πιασάρικοι στη γλώσσα μας. Το περιεχόμενο συχνά προσαρμόζεται στον αλγόριθμο και όχι στον αναγνώστη. Η ανάλυση υποχωρεί μπροστά στην ταχύτητα. Το βάθος θυσιάζεται για την αμεσότητα.
Κι όμως, η εικόνα δεν είναι μονοδιάστατη. Διεθνώς, παρατηρείται μια ενδιαφέρουσα αντίδραση. Μεγάλα μέσα επενδύουν ξανά στην ποιοτική δημοσιογραφία, σε έρευνα, σε τεκμηρίωση, σε βάθος. Η συνδρομητική ενημέρωση επιστρέφει. Ο αναγνώστης, κουρασμένος από τον καταιγισμό πρόχειρης πληροφορίας, φαίνεται διατεθειμένος να πληρώσει για κάτι που έχει αξία. Παράλληλα, αναπτύσσονται νέες μορφές αφήγησης, όπως podcasts, newsletters, data journalism. Ο δημοσιογράφος δεν είναι πια μόνο συντάκτης. Είναι αφηγητής σε πολλά επίπεδα. Αυτό απαιτεί προσαρμογή, αλλά και ουσία.
Και εδώ επιστρέφουμε, αναπόφευκτα, σε μορφές όπως ο Νικολαΐδης. Όχι για να εξιδανικεύσουμε το παρελθόν, αλλά για να θυμηθούμε τα βασικά. Σεβασμός στον αναγνώστη. Καθαρή σκέψη. Ευθύνη απέναντι στην πληροφορία. Το να είσαι εφημεριδάς δεν ήταν δουλειά, ήταν στάση και τρόπος ζωής.
Σήμερα, το ερώτημα δεν είναι αν η δημοσιογραφία αλλάζει. Αλλά αν, μέσα σε αυτή την αλλαγή, διατηρεί τον πυρήνα της. Αν πίσω από την ταχύτητα υπάρχει ακόμη έλεγχος. Αν πίσω από τον τίτλο υπάρχει περιεχόμενο. Αν πίσω από τη γραφή υπάρχει γνώση. Συγχρόνως, για τον αναγνώστη, η ευθύνη είναι μεγαλύτερη από ποτέ. Πρέπει να επιλέγει, να φιλτράρει, να αμφισβητεί. Να μην αρκείται στο διάβασα, αλλά να φτάνει στο κατάλαβα. Για τον δημοσιογράφο, η πρόκληση είναι να ξεχωρίσει όχι με τον θόρυβο, αλλά με την ουσία. Για τον αναγνώστη, η πρόκληση είναι να μάθει την αλήθεια.
Το τι διαβάζουμε δεν είναι μια απλή ερώτηση. Είναι μια επιλογή. Η απάντηση βρίσκεται σε μια απλή ισορροπία. Να αξιοποιούμε τα εργαλεία της νέας εποχής χωρίς να ξεχνάμε τις αρχές της παλιάς. Γιατί, η δημοσιογραφία δεν κρίνεται από το μέσο, αλλά από τη συνείδηση εκείνου που γράφει.



















