Ένα κείμενο του 1956, δημοσιευμένο στο Ανδριώτικο Ημερολόγιο, καταγράφει μία από τις πολλές ιστορίες–θρύλους που έχουν “υφανθεί” γύρω από την Παναγία Θεοσκέπαστη.
Συχνά συναντάμε στην προφορική παράδοση του νησιού μας ιστορίες με διαφορετικές παραλλαγές αλλά με τον ίδιο πυρήνα: την αίσθηση της προστασίας, της θαυματουργικής παρουσίας και της βαθιάς ευλάβειας και αγάπης των Ανδριωτών προς τη Θεοσκέπαστη. Κάθε τέτοια διήγηση όσο απλή ή θαυμαστή και αν είναι τονίζει αυτή ακριβώς την άρρηκτη, αδιάσπαστη, ισχυρή σχέση!
Επιμέλεια: Άννα Μ. Βούλγαρη
Αρχείο: Φερενίκη Χαδούλη Κυρίτση

*Ανδριώτικες παραδόσεις
Η ΘΕΟΣΚΕΠΑΣΤΗ ΟΛΟΦΑΝΕΡΗ
—Ἐσὺ Γιαγιὰ τὶ λές; Δὲν εἶναι ἀλήθεια τῆς Παναγιᾶς τὰ θαύματα, αὐτὰ ποὺ εἶπε ὁ Παπᾶς, ἐχθὲς στὴν ἐκκλησιά μας; -Αλήθεια είναι γιόκα μου. Αλήθεια εἶναι σοῦ λέω και αὐτὰ ποὺ εἶπε ὁ παπᾶς καὶ αὐτὸ ποὺ θὰ σᾶς πῶ καὶ ἐγώ.
«Περάσανε τὰ χρόνια. Σκέψου, χρυσό μου, πῶς ἐγώ, ποὔχω περάσει τὰ ὀγδόντα, ἤμουνα κοριτσόπουλο, ἴσαμε δώδεκα χρονῶν.
Τῆς ΘΕΟΣΚΕΠΑΣΤΗΣ κλεισάρισα ἤτανε ἡ γιαγιά μου, τῆς μάνας μου, ἡ μάνα. Θεός σχωρές—τις καὶ τὶς δυό. Ἐσκού. Εσκούπιζε, ἐσφουγγάριζε, ἐφρόντιζε γιὰ τὰ κεριά, ἄναβε τὰ καντήλια. Γιὰ ὅλα ἐνοιαζότανε κεῖ μέσα εἰς τὴν ἐκκλησιά. τὴν λάτρευε τὴν Παναγιὰ ποὺ ἦταν ὁλοφάνερη, θαυματουργὴ θέλω νὰ πῶ. Κατάλαβες παιδί μου;
Πάντα κάθε ἀπόγευμα, κάποια καλή νοικοκιουρὰ θὰ πή- γαινε στὴν Παναγιὰ ἕνα μπουκάλι λάδι γιὰ νὰ μὴ μείνουνε σβηστὰ τὰ ἀσημένια της καντήλια.
Κάποιο ἀπόγευμα ἀπ’ αὐτά, κεῖδᾶ κατὰ τὸν ἑσπερνό, μιὰ καπετάνισα θαρρῶ ποὺ ὁ ἄνδρας της ταξίδευε μέ τό δικό του μπάρκο, ἔστειλε μὲ τὴν παρακόρη της το λάδι εἰς τὴν ἐκκλησιά. Ἔδωσε ἡ μικρὴ τὸ λάδι στὴν κλεισάρισα ν’ ἀνάψῃ τὰ καντήλια καὶ ἐκείνη ἐπροχώρησε κοντὰ εἰς τὴν εἰκόνα νὰ κάνη κάποια προσευχή. Ο Σατανᾶς, ὁ πονηρὸς Βεελζεβούλ, ποὺ πάντοτε φυλάει εὐκαιρία γιὰ νὰ μᾶς σπρώξῃ στο κακό, τὴν ἔκανε γιὰ νὰ ρεχτῇ ἕνα ὡραῖο δαχτυλίδι, ποὺ ἤτανε ἀνάμεσα στα τάμα τα, ποὖχαν κρεμάσει οἱ πιστοὶ κάτω ἀπ’ τὴν εἰκόνα τῆς Σπλαχνικιᾶς τῆς Παναγιᾶς τῆς Μάνας τοῦ Χριστοῦ.
Χωρὶς νὰ τὸ καλοσκεφθῇ ἡ ἄμυαλη κοπέλα ἔκοψε τὴν κορ δέλλα. Τὴν ἄλλη μέρα τὸ πρωί, ἤτανε Κυριακή, κάποιος ἐπί τροπος θαρρῶ, εἶδε, πῶς ἀπ’ τὰ τάματα ἔλειπε τὸ δακτυλίδι τὸ χρυσό. Τὸ εἶπε στὸν παπᾶ, τὄπανε στὴν κλεισσάρισα, ἐψάξανε παντοῦ. Τὸ δακτυλίδι ἄφαντο. Που πήγε; Πῶς ἐχάθηκε; Ποιὰ χέρια αμαρτήσανε; Πολλὰ ἐβάλανε στὸ νοῦ. Πολλούς κακονο· μάτισαν ποὺ ἦταν στὸν ἑσπερινό, χωρὶς νὰ βροῦν τὸν κλέφτη.
Τὴ νύχτα που κοιμώταν ἡ κλεισάρισα εἶδε τὴ Θεοσκέπαστη ολοφάνερη μπροστά της νὰ τῆς λέῃ «”το δαχτυλίδι που ζητάς είναι στα χέρια τῆς παρακόρης τῆς Μαρουσάκης της αρχόντισσας. Σηκώθηκε χαράμματα καὶ πῆγε καὶ τὴν βρῆκε. Εκείνη το αρνήθηκε καὶ πῆρε χίλιους όρκους, ποὔκαναν τὴν Κυρούλα μὲ τὴ καλὴ ψυχὴ νὰ πῇ πῶς κάνῃ λάθος. Τὸ ἄλλο βράδυ πάλι εἶδε στό ὄνειρό της πως κλέφτης τοῦ δακτυλιδιού είναι αὐτὴ ἡ παρακόρη που ψεύτικα ὁρκίζεται, ἀφοῦ τὸ δακτυλίδι τὸ ἔχει κρύψει ἡ ἄμυαλη κάτω ἀπὸ ἕνα τέντζερε στὸ βόλτα τῆς κουζίνας. Χωρὶς νὰ χάσῃ ὥρα, πάει και βρίσκει τὴν ἴδια τὴν Κυρά. Τὸ θαῦμα εἶχε γίνει. Το δακτυλίδι βρέθηκε, όπως τῆς εἶχε πεῖ ἡ Παναγιά, κάτω ἀπὸ τὸν τέντζερε. Ἡ ἄμυαλη παι δουλα ζήταγε συγχώρεση ἀπ’ τὴ καλὴ γρηοῦλα καὶ ἐκείνη τῆς ἀπάντησε «ἐγώ σε συγχωρῶ, μὰ ἄν θες πραγματική συχώρεση νὰ βρῆς πήγαινε νὰ προσευχηθῆς στὴν ἴδια τὴν εἰκόνα τῆς Παναγιᾶς τῆς Σπλαχνικής.
Νὰ τὰ πιστέψης γιόκα μου τὰ θάμματα τῆς Παναγιᾶς, ποὺ γίνονται καὶ σήμερα, σἂν τὴν παρακαλέσης ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς, μὲ καθαρή καρδιά.
*Άνδρος
ΔΗΜ. ΤΑΤΑΚΙΣ
1956 ΑΝΔΡΙΩΤΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΤΟΣ Α’
Εκδότης: Ο. ΓΙΑΝΝΟΥΛΗΣ, Σελ. 126-127.




















