Οι ανεμογεννήτριες στην ΆνδροΤου ΘΕΟΔΩΡΟΥ Ν. ΚΟΛΥΔΑ
Διευθυντής Τομέα Υδρομετεωρολογίας και Φυσικών Καταστροφών εργαστηρίου Assist Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης – Πρώην Υποδιοικητής και Διευθυντής Εθνικού Μετεωρολογικού Κέντρου ΕΜΥ – Μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής της Έδρας UNESCO Con-E-Ect

Σε δημόσια διαβούλευση έχει τεθεί από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, με τη διαδικασία να παραμένει ανοιχτή έως τις 24 Ιουνίου. Οι πολίτες και οι φορείς έχουν τη δυνατότητα να διατυπώσουν τις απόψεις και τις παρατηρήσεις τους μέσω της δημόσιας ανάρτησης σχολίων. Μελετώντας τα έγγραφα που έχουν τεθεί στη διάθεση του κοινού, σταχυολογήσαμε ορισμένα βασικά σημεία, τα οποία θεωρούμε ιδιαίτερα σημαντικά. Στο παρόν κείμενο επιχειρούμε να μεταφέρουμε τις πρώτες σκέψεις και τις θέσεις μας, πριν τις καταθέσουμε και επισήμως στο πλαίσιο της διαβούλευσης. Ήδη αρκετοί συμπολίτες μας έχουν τοποθετηθεί δημόσια, συμβάλλοντας ουσιαστικά σε μια συζήτηση που αφορά το παρόν και το μέλλον των νησιών μας. Η προσπάθειά μας επικεντρώνεται κυρίως σε ορισμένα βασικά ερωτήματα που αφορούν την Άνδρο, χωρίς όμως να παραβλέπουμε τα ζητήματα που απασχολούν και τα υπόλοιπα νησιά. Άλλωστε, παρότι κάθε νησί έχει τις δικές του ιδιαιτερότητες, είναι φανερό πως πολλά από τα θέματα που ανακύπτουν είναι κοινά και απαιτούν σοβαρή, τεκμηριωμένη και νηφάλια προσέγγιση.

Γιατί επιλέγεται η Άνδρος για ανεμογεννήτριες και όχι άλλα νησιά των Κυκλάδων;

Η Άνδρος έχει μπει στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος για αιολικά έργα κυρίως για τέσσερις λόγους: έχει ισχυρό αιολικό δυναμικό, βρίσκεται κοντά στην Εύβοια και στο ηπειρωτικό ηλεκτρικό σύστημα, διαθέτει ορεινές κορυφογραμμές με μεγάλες εκτάσεις και θεωρείται τεχνικά πιο εύκολη περίπτωση σε σχέση με μικρότερα, πυκνότερα ή πιο τουριστικά νησιά των Κυκλάδων. Αναλυτικά :

  • Πρώτον, η Άνδρος βρίσκεται σε μια περιοχή όπου οι άνεμοι του Αιγαίου είναι συχνοί και ισχυροί, ιδίως στις κορυφογραμμές και στα εκτεθειμένα τμήματα του νησιού. Για μια εταιρεία που σχεδιάζει αιολικό πάρκο, αυτό σημαίνει μεγαλύτερη παραγωγή ενέργειας και καλύτερη οικονομική απόδοση της επένδυσης.
  • Δεύτερον, η γεωγραφική θέση της Άνδρου παίζει σημαντικό ρόλο. Είναι το βορειότερο νησί των Κυκλάδων και βρίσκεται κοντά στην Εύβοια, όπου ήδη υπάρχουν πολλά αιολικά έργα και ενεργειακές υποδομές. Η εγγύτητα με την Εύβοια και το ηπειρωτικό σύστημα κάνει την Άνδρο πιο ελκυστική τεχνικά και οικονομικά, σε σχέση με πιο απομονωμένα νησιά των Κυκλάδων, όπου η σύνδεση και η μεταφορά της παραγόμενης ενέργειας είναι πιο σύνθετη υπόθεση.
  • Τρίτον, η Άνδρος είναι μεγάλο νησί, με έντονο ανάγλυφο και ορεινές ζώνες που δεν είναι τόσο πυκνά κατοικημένες όσο άλλες περιοχές. Αυτό, στα χαρτιά, την κάνει να εμφανίζεται ως χώρος όπου μπορούν να χωροθετηθούν μεγάλα έργα. Όμως εδώ βρίσκεται και το μεγάλο πρόβλημα: αυτές οι περιοχές δεν είναι «κενές». Είναι τοπία, οικοσυστήματα, βοσκότοποι, περάσματα πουλιών, περιοχές με πηγές, ρέματα, μονοπάτια και ισχυρή φυσική ταυτότητα.
  • Τέταρτον, άλλα νησιά των Κυκλάδων έχουν διαφορετικούς περιορισμούς. Η Μύκονος και η Σαντορίνη έχουν πολύ ισχυρή τουριστική και οικιστική πίεση. Η Τήνος έχει επίσης αντιδράσεις και σημαντικό πολιτιστικό τοπίο. Μικρότερα νησιά δεν έχουν πάντα τον χώρο ή τις τεχνικές δυνατότητες για μεγάλες εγκαταστάσεις. Έτσι, η Άνδρος εμφανίζεται συχνά ως ένας «εύκολος» στόχος: αρκετά μεγάλη, αρκετά ανεμώδης, κοντά στην Εύβοια και με ορεινές εκτάσεις που από μακριά μοιάζουν διαθέσιμες.

Αυτός ο τρόπος σκέψης όμως είναι προβληματικός. Η επιλογή ενός τόπου δεν πρέπει να γίνεται μόνο με βάση το πού φυσάει περισσότερο ή πού συμφέρει περισσότερο οικονομικά. Πρέπει να λαμβάνει υπόψη τη φέρουσα ικανότητα του νησιού, την αισθητική του τοπίου, τα υπόγεια νερά, τη βιοποικιλότητα, την τουριστική φυσιογνωμία, την πολιτιστική κληρονομιά και τη γνώμη της τοπικής κοινωνίας. Η Άνδρος δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως προέκταση της Εύβοιας ούτε ως απλός ενεργειακός διάδρομος. Είναι νησί με ιδιαίτερη ταυτότητα, με νερά, πηγές, κοιλάδες, οικισμούς, μονοπάτια και ιστορία. Αν επιλεγεί για ενεργειακά έργα, αυτό πρέπει να γίνει μόνο με αυστηρούς όρους, περιορισμένη κλίμακα, πλήρεις περιβαλλοντικούς και υδρογεωλογικούς ελέγχους και ουσιαστική ανταποδοτικότητα προς τους κατοίκους. Με απλά λόγια, η Άνδρος επιλέγεται γιατί συμφέρει ενεργειακά και τεχνικά. Το ερώτημα όμως είναι αν αυτό συμφέρει πραγματικά την ίδια την Άνδρο. Και εκεί χρειάζεται μεγάλη προσοχή, γιατί η πράσινη ενέργεια δεν είναι πραγματικά πράσινη όταν θυσιάζει το τοπίο, το νερό και την ταυτότητα ενός τόπου.

Σημεία που χρήζουν προσοχής στο υπό διαβούλευση Νομοσχέδιο  

Η δημόσια διαβούλευση για το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας ανοίγει εκ νέου μια συζήτηση που δεν αφορά μόνο την ενεργειακή πολιτική της χώρας, αλλά και το πώς αντιλαμβανόμαστε τη σχέση ανάμεσα στην προστασία του περιβάλλοντος, την ανάπτυξη και τη φυσιογνωμία των νησιωτικών τόπων. Η συζήτηση αυτή αποκτά ιδιαίτερο βάρος στην περίπτωση της Άνδρου, ενός νησιού που, λόγω της έκτασής του, παραμένει ουσιαστικά μέσα στον σχεδιασμό για νέα αιολικά έργα, σε αντίθεση με πολλά μικρότερα νησιά των Κυκλάδων που εξαιρούνται από τον γενικό κανόνα. Η ανάγκη για καθαρή ενέργεια είναι πραγματική και δεν μπορεί να αμφισβητηθεί σοβαρά. Η εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα και η ανάγκη ενεργειακής ασφάλειας επιβάλλουν τη στροφή σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Η αιολική ενέργεια μπορεί να συμβάλει στη μείωση των εκπομπών και στην ενεργειακή μετάβαση, εφόσον όμως σχεδιάζεται με μέτρο, επιστημονική τεκμηρίωση και σεβασμό στις τοπικές κοινωνίες. Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν είμαστε υπέρ ή κατά των ΑΠΕ. Το κρίσιμο ερώτημα είναι με ποια κριτήρια χωροθετούνται, ποια οικοσυστήματα θυσιάζονται, ποια νησιά επιβαρύνονται δυσανάλογα και ποιος τελικά ωφελείται.

Η κυβερνητική θέση, όπως αποτυπώνεται στο νέο πλαίσιο, κινείται στη λογική της πράσινης μετάβασης, με αυστηρότερους χωροταξικούς κανόνες. Για τα αιολικά προβλέπονται οριζόντιες απαγορεύσεις σε περιοχές άνω των 1.200 μέτρων, σε υγροτόπους Ραμσάρ, σε μικρούς νησιωτικούς υγροτόπους, σε Τοπία Ιδιαίτερου Φυσικού Κάλλους, σε πυρήνες εθνικών δρυμών, σε ζώνες απόλυτης προστασίας της φύσης, σε ακτές κολύμβησης και σε νησιά κάτω των 300 τετραγωνικών χιλιομέτρων, εκτός εάν πρόκειται για έργα που εξυπηρετούν ανάγκες δημοσίου συμφέροντος του ίδιου του νησιού. Ωστόσο, η Άνδρος, ακριβώς επειδή υπερβαίνει το όριο των 300 τετραγωνικών χιλιομέτρων, δεν αποκλείεται οριζόντια. Έτσι, ενώ πολλά μικρότερα νησιά των Κυκλάδων εξαιρούνται, η Άνδρος παραμένει διαθέσιμη στον σχεδιασμό, γεγονός που εύλογα γεννά αντιδράσεις.

Το όριο των 300 τετραγωνικών χιλιομέτρων λειτουργεί ως ένας διοικητικός και χωροταξικός “κόφτης”, όχι όμως ως ουσιαστικό εργαλείο αξιολόγησης της φέρουσας ικανότητας. Είναι ένα γενικό κριτήριο που μπορεί να προστατεύει τυπικά τα μικρότερα νησιά, αλλά δεν λαμβάνει υπόψη το ανάγλυφο, τους υδάτινους πόρους, τα μονοπάτια, την ορνιθοπανίδα, τα προστατευόμενα τοπία, την πυκνότητα των οικισμών και τη συνολική περιβαλλοντική ευαισθησία κάθε νησιού. Έτσι δημιουργείται ένα παράδοξο: νησιά με μεγάλη οικολογική, υδρολογική και αισθητική αξία, όπως η Άνδρος, μένουν εκτεθειμένα ακριβώς επειδή είναι μεγαλύτερα. Το αποτέλεσμα είναι να αντιμετωπίζονται όχι ως σύνθετα και ευαίσθητα νησιωτικά συστήματα, αλλά ως διαθέσιμοι ενεργειακοί χώροι.

Αντίστοιχα προβληματικό είναι και το υψομετρικό όριο των 1.200 μέτρων. Το κριτήριο αυτό έχει προφανώς μεγαλύτερη εφαρμογή στους μεγάλους ορεινούς όγκους της ηπειρωτικής Ελλάδας. Στα νησιά, όμως, η έννοια της ορεινότητας δεν μπορεί να εξαρτάται μόνο από ένα απόλυτο υψόμετρο. Μια κορυφογραμμή στα 700 μέτρα σε ένα νησί μπορεί να είναι οικολογικά, αισθητικά και τοπιολογικά σημαντικότερη από μια πολύ υψηλότερη πλαγιά της ηπειρωτικής χώρας, ακριβώς επειδή βρίσκεται σε μικρή κλίμακα, με έντονη οπτική έκθεση και άμεση σύνδεση με το τοπίο, τους οικισμούς και το υδρολογικό σύστημα. Γι’ αυτό και η προστασία των νησιωτικών κορυφογραμμών δεν μπορεί να βασίζεται μόνο σε έναν γενικό αριθμητικό κανόνα, αλλά χρειάζεται αναλογική προσέγγιση, που να λαμβάνει υπόψη το μέγιστο υψόμετρο, τη γεωμορφολογία και τη λειτουργία κάθε νησιού ως ενιαίου περιβαλλοντικού συνόλου.

Η Άνδρος δεν είναι ένας κενός χώρος πάνω στον χάρτη. Είναι ένα νησί με ιδιαίτερο φυσικό ανάγλυφο, πηγές, ρέματα, αναβαθμίδες, παραδοσιακούς οικισμούς, ιστορικά μονοπάτια, πολιτιστική ταυτότητα και περιοχές υψηλής περιβαλλοντικής αξίας. Η εγκατάσταση μεγάλων ανεμογεννητριών δεν είναι μια απλή επιφανειακή παρέμβαση. Συνοδεύεται από διανοίξεις δρόμων, βαριές εκσκαφές, θεμελιώσεις, μεταφορά ογκωδών υλικών και τεχνικές επεμβάσεις σε ορεινές και ημιορεινές ζώνες. Το ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι μόνο αισθητικό ή ιδεολογικό. Είναι πρωτίστως χωροταξικό, υδρολογικό και οικολογικό.

Εδώ ανακύπτει ένα κρίσιμο ζήτημα που δεν απαντάται εύκολα: ποιος μπορεί να εγγυηθεί με απόλυτη βεβαιότητα ότι τέτοιες παρεμβάσεις δεν θα επηρεάσουν τις υπόγειες διαδρομές του νερού, τις μικρές πηγές, τις φυσικές απορροές και την ευαίσθητη υδρογεωλογική ισορροπία του νησιού; Σε μια εποχή όπου η λειψυδρία αποτελεί ήδη μείζον θέμα για τις Κυκλάδες, δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπίζουμε ως δευτερεύον κίνδυνο τις παρεμβάσεις στο υπέδαφος και στο ανάγλυφο. Το νερό δεν είναι απλώς ένας φυσικός πόρος· είναι ο όρος επιβίωσης και συνέχειας της ζωής στα νησιά. Όταν, λοιπόν, ένα έργο μεγάλης κλίμακας επηρεάζει ρέματα, πηγές, ροές και απορροές, δεν μιλάμε απλώς για τεχνική εργασία αλλά για πιθανή μεταβολή ενός ολόκληρου υδρολογικού συστήματος.

Υπάρχει ταυτόχρονα το ζήτημα της αισθητικής και της αλλοίωσης του τοπίου. Η εμπειρία από άλλες περιοχές, όπως η Εύβοια, έχει δείξει ότι η υπερβολική ή άναρχη εγκατάσταση ανεμογεννητριών μπορεί να αλλάξει δραστικά την εικόνα ενός τόπου. Οι κορυφογραμμές, που αποτελούν μέρος της φυσικής ταυτότητας και της ιστορικής μνήμης ενός νησιού, κινδυνεύουν να μετατραπούν σε βιομηχανικό πεδίο. Για την Άνδρο, με τη μοναδική γεωμορφολογία, τα πιστοποιημένα μονοπάτια, τη σχέση του τοπίου με τον τουρισμό, τη φύση και την ιστορία, το ζήτημα αυτό κάθε άλλο παρά δευτερεύον είναι. Δεν αφορά μόνο την “εικόνα”, αλλά την ίδια την οικονομική και κοινωνική λειτουργία του νησιού.

Ο τουρισμός της Άνδρου βασίζεται ακριβώς στην ποιότητα του περιβάλλοντος, στην πεζοπορία, στη φυσική αυθεντικότητα και στη διατήρηση ενός τοπίου που δεν έχει βιομηχανοποιηθεί. Η κατασκευή δρόμων μεγάλης κλίμακας, οι εκσκαφές και οι βάσεις για ανεμογεννήτριες θα μπορούσαν να προκαλέσουν αλλοίωση ή καταστροφή μονοπατιών, μεταβολές στη ροή των υδάτων και πιέσεις σε ένα ευαίσθητο οικοσύστημα που λειτουργεί ως ενιαίο σύνολο. Σε ένα νησί όπου οι φυσικοί και πολιτιστικοί πόροι συνδέονται άμεσα με την τοπική οικονομία, η υποβάθμιση δεν είναι θεωρητική. Είναι μια μόνιμη και, σε μεγάλο βαθμό, μη αναστρέψιμη συνέπεια.

Το ζήτημα της βιοποικιλότητας είναι εξίσου σοβαρό. Η Άνδρος βρίσκεται σε σημαντικό μεταναστευτικό διάδρομο και φιλοξενεί προστατευόμενα είδη ορνιθοπανίδας. Σε αυτό το σημείο προκύπτει και ένα ευρύτερο ερώτημα για τη συνοχή της περιβαλλοντικής πολιτικής. Γιατί να απαγορεύονται τα φωτοβολταϊκά σε όλο το δίκτυο Natura 2000, στα δάση και στις δασικές εκτάσεις και να επιτρέπονται τα αιολικά; Ιδίως όταν τα στοιχεία που έχουν κατατεθεί στη συζήτηση δείχνουν ότι τα αιολικά έχουν μεγαλύτερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα στη δέσμευση γης στην Ελλάδα, τριπλάσιο από τον παγκόσμιο μέσο όρο. Δεν θα έπρεπε να υπάρχει χαρτογραφική αποτύπωση της απορρόφησης άνθρακα από τα διαφορετικά οικοσυστήματα; Δεν θα έπρεπε οι ΑΠΕ να κατευθύνονται κατά προτεραιότητα στα λιγότερο σημαντικά οικοσυστήματα, με μικρότερη δυνατότητα απορρόφησης άνθρακα και μικρότερη οικολογική αξία; Και τι θα γίνει με τα παλαιά και αρχέγονα δάση, αυτές τις εξαιρετικές αποθήκες άνθρακα που προστατεύονται αυστηρά από την ευρωπαϊκή και εθνική νομοθεσία;

Το νέο πλαίσιο εμφανίζεται αυστηρό, αλλά στην πράξη δεν φαίνεται να αποκλείει απολύτως τα αιολικά από περιοχές Natura 2000. Επιτρέπει εξαιρέσεις, συνδέει την επιτρεπτότητα με τεχνικά κριτήρια και αφήνει περιθώρια μέσω ειδικών περιβαλλοντικών μελετών. Αυτό, όμως, μετατρέπει την προστασία από απόλυτη σε υπό όρους. Η φιλοσοφία του δικτύου Natura δεν είναι να λειτουργεί ως “υπό προϋποθέσεις διαθέσιμη” δεξαμενή έργων, αλλά ως σύστημα περιοχών υψηλής οικολογικής αξίας που χρήζουν ουσιαστικής προστασίας. Η πράσινη μετάβαση δεν μπορεί να γίνεται εις βάρος της φύσης. Η προστασία του κλίματος δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως επιχείρημα για να υποβαθμίζεται η βιοποικιλότητα. Τα ίδια τα στοιχεία δείχνουν ότι το δίλημμα «ή βιοποικιλότητα ή ενεργειακή μετάβαση» είναι ψευδές. Έχει επισημανθεί ότι 1.014 ανεμογεννήτριες, δηλαδή περίπου το 29% του συνόλου, βρίσκονται ήδη σε περιοχές Natura 2000, ενώ χιλιάδες ακόμη αναμένεται να εγκατασταθούν εφόσον ολοκληρωθεί η αδειοδότηση των έργων που έχουν ήδη υποβληθεί. Ταυτόχρονα, εάν η αδειοδότηση συνεχιστεί όπως σήμερα, η συνολική ισχύς υπερβαίνει κατά πολύ τον εθνικό στόχο για το 2050. Αντιθέτως, ακόμη και με αποκλεισμό των περιοχών Natura και των αδιάσπαστων περιοχών χωρίς δρόμους, η παραγόμενη ισχύς εξακολουθεί να υπερβαίνει τον εθνικό στόχο. Αυτό σημαίνει ότι η αυστηρότερη προστασία των ευαίσθητων περιοχών δεν ακυρώνει την ενεργειακή μετάβαση. Απλώς την υποχρεώνει να γίνει με περισσότερη λογική και λιγότερη καταστροφή.

Σημαντικό είναι και το ζήτημα της ισονομίας στις Κυκλάδες. Είναι εξαιρετικά προβληματικό ότι, βάσει του σχεδιασμού, η Άνδρος —μαζί ενδεχομένως με περιορισμένες ακόμη εξαιρέσεις— εμφανίζεται ως ένα από τα ελάχιστα νησιά όπου παραμένει ουσιαστικά ανοιχτή η δυνατότητα εγκατάστασης τόσο εκτεταμένων αιολικών έργων. Η άνιση αυτή μεταχείριση δημιουργεί εύλογα ερωτήματα. Η Άνδρος δεν μπορεί να σηκώσει μόνη της το βάρος ενός περιφερειακού ενεργειακού σχεδιασμού που αλλού αποφεύγεται μέσω διοικητικών ορίων. Μια τέτοια επιλογή δεν ανταποκρίνεται στην αρχή της ισονομίας ούτε στην ιδέα μιας ισόρροπης ανάπτυξης του νησιωτικού χώρου.

Επιπλέον, το νέο χωροταξικό πλαίσιο δεν εφαρμόζεται σε έργα που ήδη λειτουργούν, σε έργα που έχουν ολοκληρώσει την περιβαλλοντική αδειοδότηση ή σε έργα που έχουν λάβει έγκριση τυπικής πληρότητας φακέλου. Η ρύθμιση αυτή επικαλείται την ασφάλεια δικαίου, αλλά στην πράξη αποδυναμώνει την αποτελεσματικότητα του νέου πλαισίου. Αν μεγάλες ομάδες έργων που βασίζονται στο προηγούμενο καθεστώς εξαιρεθούν από τους νέους αυστηρότερους κανόνες, τότε οι περιοχές που σήμερα αναγνωρίζονται ως ευαίσθητες θα συνεχίσουν να επιβαρύνονται με βάση μια παρωχημένη λογική. Γι’ αυτό είναι απολύτως εύλογη η πρόταση να επανεξεταστούν όσα έργα βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο αδειοδότησης αλλά δεν έχουν ακόμη υλοποιηθεί, ιδίως όπου υπάρχουν σοβαρές σωρευτικές επιπτώσεις ή νέα δεδομένα για τη φέρουσα ικανότητα. ΤΑ παραπάνω στοιχεία αξιολογήσαμε ως σημαντικά , ενώ και μια ανάγνωση του νομοσχεδίου από τον καθένα σας θα δημιοτ=ργήσει μια ολοκληρωμένη οπτική επι του θέματος . 

Συμπεράσματα 

Με βάση τα παραπάνω καταλήγουμε οτι υο θέμα των ανεμογεννητριών στην Άνδρο δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ούτε με απόλυτη άρνηση ούτε με άκριτη αποδοχή. Η ανάγκη για καθαρή ενέργεια είναι υπαρκτή, αλλά η Άνδρος δεν είναι ένας άδειος ενεργειακός χώρος. Είναι ένας τόπος με ταυτότητα, ιστορία, νερά, μονοπάτια, οικοσυστήματα και κοινωνία που ζει και παράγει μέσα σε μια εύθραυστη ισορροπία. Η εγκατάσταση μεγάλων ανεμογεννητριών δεν μπορεί να θεωρείται ουδέτερη τεχνική πράξη. Είναι παρέμβαση που παράγει μόνιμο τοπιακό, οικολογικό, υδρολογικό και κοινωνικό αποτύπωμα. Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν είμαστε υπέρ ή κατά των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Το πραγματικό ερώτημα είναι ποια ενεργειακή μετάβαση θέλουμε για την Άνδρο. Θέλουμε μια μετάβαση που θα σέβεται τον τόπο ή μια μετάβαση που θα τον αντιμετωπίζει απλώς ως χώρο εγκατάστασης μεγάλων έργων; Θέλουμε έργα που θα υπηρετούν και την τοπική κοινωνία ή έργα που θα αφήνουν κυρίως οπτικό, περιβαλλοντικό και τεχνικό αποτύπωμα χωρίς ουσιαστικό όφελος για τους κατοίκους;

Η απάντηση, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται σε μια πολιτική μέτρου, αυστηρής χωροταξίας, διαφάνειας και πραγματικής ανταποδοτικότητας. Δεν μπορεί να υπάρξει λευκή επιταγή για εγκατάσταση ανεμογεννητριών όπου φυσάει. Πρέπει να καθοριστούν με σαφήνεια οι περιοχές όπου τέτοια έργα μπορούν να εξεταστούν και οι περιοχές όπου πρέπει να αποκλειστούν: κορυφογραμμές μεγάλης οπτικής αξίας, ζώνες κοντά σε οικισμούς, περιοχές με πηγές και ρέματα, σημαντικά οικοσυστήματα, παραδοσιακά μονοπάτια και πολιτιστικά τοπία. Παράλληλα, η Άνδρος οφείλει να διεκδικήσει ένα διαφορετικό μοντέλο ενεργειακής μετάβασης, με μεγαλύτερη έμφαση στα φωτοβολταϊκά σε στέγες, στις ενεργειακές κοινότητες, στην εξοικονόμηση ενέργειας, στα δημόσια κτίρια και σε παρεμβάσεις μικρότερης κλίμακας που μειώνουν πραγματικά το κόστος για τους κατοίκους. Αν υπάρξουν αιολικά έργα, αυτά πρέπει να είναι περιορισμένα, αυστηρά χωροθετημένα, με πλήρεις περιβαλλοντικούς και υδρογεωλογικούς ελέγχους, ουσιαστική ενημέρωση των πολιτών και πραγματικά ανταποδοτικά οφέλη. Η Άνδρος δεν πρέπει να γίνει ούτε μουσείο χωρίς ανάπτυξη ούτε βιομηχανικό πεδίο παραγωγής ενέργειας. Χρειάζεται μια ώριμη στάση: ναι στην καθαρή ενέργεια, αλλά όχι στην άναρχη εγκατάσταση. Ναι στην πράσινη μετάβαση, αλλά με σεβασμό στο νερό, στο τοπίο, στη βιοποικιλότητα, στην ιστορία και στην καθημερινότητα των κατοίκων. Το μέλλον του τόπου δεν θα κριθεί μόνο από το πόση ενέργεια θα παράγει, αλλά από το αν θα μπορέσει να κρατήσει ζωντανή την ταυτότητά του. Η πραγματικά βιώσιμη λύση είναι εκείνη που συνδυάζει την προστασία του περιβάλλοντος, την ενεργειακή επάρκεια, την κοινωνική συναίνεση και τον σεβασμό στη φυσική φυσιογνωμία της Άνδρου.

Θ. Ν. Κ.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Η andriakipress.gr δημοσιεύει κάθε σχόλιο το οποίο είναι σχετικό με το θέμα. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετεί τις απόψεις αυτές. Διατηρεί το δικαίωμα να μην δημοσιεύει συκοφαντικά, υβριστικά, ρατσιστικά ή άλλα σχόλια που προτρέπουν σε άσκηση βίας. Επίσης, σχόλια σε greeklish και κεφαλαία δεν θα δημοσιεύονται, ενώ η andriakipress.gr, όταν και όπου κρίνει, θα συμμετέχει στον διάλογο.

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.