Παππουλάκος

Γράφει η Βασιλική Μελά

Αναζητώντας τόπο ν’ ασκητέψει ο Χριστοφόρος, μετά από μία σύντομη στάση στο αγαπημένο του ξωκλήσι του Προφήτη Ηλία για πνευματικό ανεφοδιασμό, ξεκίνησε για την κορυφή του βουνού Γκαμήλα.  Εκεί, επάνω στο βουνό, μέσα σε ένα παραδείσιο περιβάλλον γεμάτο αγριοκαστανιές, αγριοκερασιές και τρεχούμενα νερά βρήκε τον κατάλληλο τόπο για να χτίσει το ασκηταριό του.

(Το όρος πάντοτε συμβολίζει τις υψηλές πνευματικές εμπειρίες που για να τις αποκτήσει ο άνθρωπος θα πρέπει ν’ απεκδυθεί απ’ όλα τα χαμερπή στοιχεία της προσωπικότητάς του και να τολμήσει μία πνευματική πορεία προς τα άνω χωρίς να νοιάζεται για τους κόπους ή τους κινδύνους μιας τέτοιας ανάβασης.  Η κορυφή είναι ένα κάλεσμα, μία πρόκληση για αγώνες στην παλαίστρα του πνεύματος).

Ξεκίνησε από την επισκευή μιας μικρής καλύβας για τσοπαναραίους που την είχε χτίσει πριν χρόνια μαζί με τ’ αδέλφια του. Υπήρχαν ακόμα τριγύρω τα υλικά που είχαν περισσέψει.  Μ’ αυτά τα υλικά άρχισε μόνος τους εργασίες για τη μετατροπή της καλύβας σε εκκλησία που θα αποτελούσε το καθολικό του μοναστηριού του και θα ήταν αφιερωμένο στη Χάρη της Κοίμησης της Θεοτόκου.

Κάποτε όμως τα υλικά τελείωσαν και μη έχοντας τον τρόπο να προμηθευτεί άλλα, κατέβηκε στα γύρω χωριά να ζητιανέψει για να τελειώσει το χτίσιμο του μοναστηριού.  Τα Καπίκια, η Κλαπατσούνα, η Αγία Παρασκευή ήταν τα πρώτα χωριά που δέχτηκαν την επίσκεψή του.  Εκεί ήλθε αντιμέτωπος με τον πόνο, τα πάθη και τα βάσανα των ανθρώπων που κακοπαθημένοι από τα σκληρά χρόνια του ξεσηκωμού και της επανάστασης είχαν αγριέψει μη ξέροντας από πού να κρατηθούν, αφημένοι να τα βγάλουν πέρα μόνοι τους με τη φτώχεια και τη μιζέρια της καθημερινότητάς τους, χωρίς καμία κρατική ή εκκλησιαστική φροντίδα και μέριμνα.  Η παρανομία βασίλευε, η αμάθεια κυριαρχούσε, ο φθόνος, η σκληροκαρδία, η διχόνοια και η κακία είχαν μετατρέψει τις καρδιές των ανθρώπων σε αγρό άνυδρο και ξερό όπου βλάσταιναν όλα τα άνθη του κακού.

Συγκλονισμένος ο Χριστοφόρος αντιλήφθηκε ότι για να βοηθήσει τον κόσμο έπρεπε πρώτα να καρεί μοναχός, να πάρει την ευλογία του Θεού στο δύσκολο έργο ομολογίας και μαρτυρίας μέσα σ’ ένα κόσμο, που το κέντρο βάρους του είχε μετακινηθεί από τον ορθόδοξο τρόπο ζωής στο ψεύτικο, φτιασιδωμένο, ορθολογιστικό και αντιορθόδοξο πνεύμα της δύσης, που το μετέδιδαν τα καινούρια αφεντικά του καταταλαιπωρημένου και καταπροδομένου ελληνικού λαού και εξαπλωνόταν ταχύτατα σαν βαριά επιδημική νόσος.  Μοίρασε ότι είχε μαζέψει για το μοναστήρι του σε ορφανά και ξεκίνησε για τα Καλάβρυτα.  Φρόντισε για το μοναστήρι του στέλνοντας εκεί ένα μετανοημένο φονιά, που τριγύριζε απελπισμένος στις ερημιές αναζητώντας παρηγοριά και γαλήνη.  Τον φρόντισε, του μίλησε με αγάπη:

«Όλοι είμαστε φονιάδες, Μιχάλη.  Και δεν σκοτώνουμε μονάχα ανθρώπους.  Μαχαιρώνουμε καθημερινά.  Εκείνον που ’ναι πιο τρανός απ’ τον άνθρωπο.  Καρφώνουμε τον Πλάστη μας.  Δε στάθηκε άνθρωπος στον κόσμο που να μην έπηξε ένα καρφί στο κορμί του Χριστού.  Κι αν το Θεϊκό αυτό κορμί δεν αφανίστηκε, ύστερα από τόσα και τόσα μιλιούνια καρφιά και το άγιο αίμα του δε στέρεψε ακόμα, είναι γιατί το κορμί του που τόσα παθαίνει δεν είναι ανθρώπινο αλλά θεϊκό.  Ποιος άνθρωπος θα βαστούσε τέτοια πάθη και ποια  καρδιά θα ’χε τόσο αίμα να χύσει γι’ αγάπη μας;  Ο Θεός όμως είναι ακατάλυτος και πλερώνει με αγάπη τους φονιάδες του.  Και η πληρωμή του φονιά είναι η μετάνοια».

Κωστής Μπαστιάς

«Ο Παπουλάκος»

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.